Ἐπιστροφή Μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου βρῆκα τὸ πατρικό μου σπίτι νὰ κοιτάζει, μὲς ἀπ᾿ τὶς φυλλωσιές, σὰν ἄλλοτε, τὴ δύση. -μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου. Γοργὰ τὸ νζάκι ἡ μάνα μου τρέχει ν᾿ ἀνάψει. Κ᾿ ἐνῷ ἀπ᾿ τὴν πόρτα βλέπω τὶς γλυκές του λάμψεις, μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου δὲ μπαίνω μέσα. Ἀπέξω κάθομαι καὶ κλαίω... Νικηφόρος Βρεττάκος
Αναρτήσεις
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε, δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω. Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου. Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές, νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου, νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο, ἡ ἔρημός μου λαό, τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια. Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου; Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου; Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό! Νικηφόρος Βρεττάκος
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Χαράξου κάπου στον ουρανό με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι παρέμενε άσβεστος από Την γενναιοδωρία. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία θάλασσα, όπως ένας είναι ο ουρανός, μόνο διαφορετικές γωνίες υπάρχουν καταμεσίς στο άγγιγμα των ματιών του θόλου. Εγώ πάλι, τον έχω δει από τα κέντρα της θάλασσας να φαντάζει ατέλιωτος και εγγύς, αχρωμάτιστος παρέμεινε όταν τα βουνά τα κύματα βουβά όρμηξαν να θέλουν να με καταποντίζουν. Μετά απέχτησε ζωηράδα και γαλήνη, στού τόξου του, τα χρώματα τις υποσχέσεις. Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει ο νούς σου να είναι κάτω από τη γη, τότε η συμφορά συμφέρει, και δεν λογαριάζεται σαν πλάνη. Και με τις παγίδες μπορεί να πιάνεις τα πουλιά, και με τα δρεπάνια να κόβεις στάχυα, όμως ποτέ δεν πιάνεις το κελαηδητό τους, ποτέ δεν ανασαίνεις τον καημό τους.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγω ψωμί, μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις. Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή! Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά.Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια, κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη! Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης τῆς γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου! Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;... Νἀρθεῖς! Νικηφόρος Βρεττάκος . .